Χαμηλή αυτοεκτίμηση

Τις τελευταίες δεκαετίες υπάρχει μια έντονη τάση αναζήτησης των φαινομένων της ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς των ανθρώπων. Χιλιάδες έρευνες ασχολούνται με τον άνθρωπο, προσπαθούν να φωτίσουν τα κίνητρα που τον οδηγούν σε εκείνες ή τις άλλες πράξεις: η συντροφικότητα, οι σχέσεις, η μοναξιά και απομόνωση, το άγχος, η κακή ή καλή διάθεση αλλά και η βία, η κακοποίηση βρίσκονται συνεχώς στον φακό της έρευνας .
Γιατί ο άνθρωπος αισθάνεται και συμπεριφέρεται άσχημα ενώ δεν γεννήθηκε με αυτές τις τάσεις και τις προθέσεις;
Γιατί, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία ψάχνει την γαλήνη και την ευτυχία οδηγείται να τα βγάζει πέρα δύσκολα στην καθημερινότητά του, στις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους;

Τα περισσότερα συμπεράσματα των ερευνών συμφωνούν ότι ο κεντρικός πυρήνας που οδηγεί τον άνθρωπο να ξεστρατίζει από την επιθυμία του για μια χαρούμενη ζωή είναι η χαμηλή του αυτοεκτίμηση. Τα χιλιάδες βιβλία αυτοβοήθειας, σχετικά με τις σχέσεις, τους φόβους , την συναισθηματική διάθεση κλπ ξεκινούν τις προτάσεις τους από ένα σημείο και πέρα, προτείνοντας τρόπους αλλαγής, προσπερνούν ή θεωρούν δεδομένη την καλή αυτοεκτίμηση. Όμως όχι μόνο δεν είναι δεδομένη αλλά στην εποχή μας αγγίζει τις μη ρεαλιστικές προσδοκίες από τον εαυτό: εμφάνιση, μόρφωση, επάγγελμα, ηλικία, κοινωνικότητα, δύναμη, επιτυχία , χρήματα, αλλά ακόμα και οικογενειακή καταγωγή θεωρούνται αναγκαία στοιχεία μιας επιτυχημένης προσωπικότητας και ικανοποιητικά μόνο αν συμπληρώνουν υψηλές βαθμολογίες. Με αυτή την κοινωνική «απαίτηση» μεγαλώνουν οι νέες γενιές. Οι οικογένειες πολύ συχνά ανεβάζουν τον πήχυ πολύ ψηλά για τα παιδιά τους, με την δικαιολογία ότι οι σύγχρονες απαιτήσεις είναι τεράστιες και σ΄αυτές πρέπει να ανταποκριθεί το παιδί τους. Ετσι, νωρίς, από την παιδική ηλικία δομούνται μη ρεαλιστικές προσδοκίες από τους γονείς, το σχολείο και το ευρύτερο συγγενικό και φιλικό περιβάλλον και στη συνέχεια εξελίσσεται σε σύγκριση και ανταγωνισμό μεταξύ των συνομηλίκων.

Αυτές οι εσωτερικές δομές, οι μη ρεαλιστικές προσδοκίες γίνονται «μότο» του ενήλικα, αποτελούν τις εσωτερικές του φωνές, τις θεωρεί δικές του, ενώ είναι φωνές όλων των άλλων έξω από αυτόν. Συχνά τις υποστηρίζουν « μα το πιστεύω κι εγώ, έτσι είναι,» ενώ ουσιαστικά ποτέ δεν τις αμφισβήτησε, αναζητώντας ένα άλλο δρόμο συνύπαρξης, τον δικό του, πιο απλό και πιο χαρούμενο.

Το κίνητρο για να εσωτερικεύσει ένα παιδί τις “ξένες φωνές” σχεδόν αδιαμαρτύρητα, είναι η αναζήτηση της αγάπης και της αποδοχής, τόσο απαραίτητη στα παιδικά του χρόνια.

Η αναζήτηση μια θέσης ανωτερότητας στην κοινωνία οδηγεί σε χαμηλή αυτοεκτίμησησυμπλέγματα κατωτερότητας και αρνητικές αλληλεπιδράσεις. Σήμερα, αρκεί κάποιος να μην διαθέτει ή να νομίζει ότι δεν διαθέτει ένα κριτήριο προσωπικότητας για να διαμορφώσει μια συνολικά αρνητική εικόνα του εαυτού του, έχοντας την παράδοξη πεποίθηση « ή όλα ή τίποτα».