Ζωή και θάνατος

Αν κάνεις μια βουτιά στον εαυτό σου
Δεν θα βρεις μόνο εσένα αλλά όλους τους άλλους
Τους μικρούς και τους μεγάλους
Γιατί ο χρόνος είναι ένας και δεν πέθανε κανένας

(Από το βιβλίο ” το ήμερο φίδι του Θεού” Χάρις Κατάκη)

Το πένθος και ο θάνατος έχει την πρωτοκαθεδρία στη ζωή μας. Ακόμη κι αν βιώσουμε ελάχιστες και συνηθισμένες απώλειες, αυτές των γονιών ή στενών συγγενών, μιας αγαπημένης θείας, κάποιου φίλου που έφυγε αδόκητα, η αίσθηση και το βίωμα είναι ό,τι πιο έντονο στη ζωή μας, καταμέτωπο επίθεση πάνω στα όρια των αντοχών μας. Γιατί οι απώλειες είναι πάντα πιο έντονες από τις χαρές. ” Νιώθω νεκρός αλλά η άνοιξη θα ξανάρθει”. Μια τέτοια αίσθηση είναι αρκετή για να δείξει ότι το πένθος, μέσα στη τραγικότητά του, έχει μια καθαρότητα, είναι πλήρες , όσο χρόνο κι αν πάρει, θα υπάρξει έξοδος.

Αλλοι πάλι, στηρίζονται από τις πένθιμες προσευχές, εκείνες με τις μοναδικές λέξεις, για να βρουν μέσα από τον θρησκευτικό θρήνο την ανακούφιση και την ηρεμία ή διηγούνται τα όνειρά τους με ζωηρότητα, σαφή σημάδια για το στάδιο του πένθους τους.

Σε αντίθεση, οι άνθρωποι που πενθούν σιωπηλά, κρατούν τον θρήνο στην ψυχή τους, δεν βοηθιούνται , εξαιτίας της αδυναμίας τους να μιλούν και να εκφράζονται ελεύθερα. Η βουβή απόγνωση, συνδυασμένη με μεγάλη αξιοπρέπεια , μπλοκάρει την εργασία του πένθους.

Στη ζωή όλων μας ο θάνατος είναι πάντοτε μπροστά μας και δεν είναι από τις εμπειρίες που δοκιμάζουμε μια ή δυο φορές στη ζωή μας, όπως είναι για παράδειγμα ο γάμος ή η γέννηση των παιδιών μας, αν και μπορούμε αυτές τις συγκεκριμένες να τις αποφύγουμε για όλη μας τη ζωή. Στο γάμο, τη γέννηση παιδιών αλλά και σε άλλες εμπειρίες έχουμε αρκετούς βαθμούς ελευθερίας, μπορούμε να επιλέξουμε. Στο θάνατο, κανένα. Τίποτε δε μας γλυτώνει από την απώλεια των αγαπημένων μας ανθρώπων και το μόνο που μπορούμε να ευχηθούμε είναι να έλθουν τα πράγματα όσο γίνεται πιο ανώδυνα: Οι αγαπημένοι να φύγουν σε μεγάλη ηλικία, πρώτα οι γονείς και μετά τα παιδιά, να μην δοκιμαστούν σκληρά από την αρρώστια και τον πόνο. Αν κι αυτή η ευχή είναι εκτός ελέγχου- ο θάνατος έρχεται όπως κι όταν, πάντοτε ανατριχιαστικός, πάντοτε παρών στη ζωή μας, προκλητικά αδιάκριτος, ισχυρότερος, τίποτε δεν μας γλυτώνει από την παρουσία του.

Γεννιόμαστε για να πεθάνουμε κι αυτό μας είναι ακατανόητο, όσο κι αν η ιστορία του ανθρώπου δεν έχει να επιδείξει αθάνατους. Κι εμείς πεισματικά τον απομακρύνουμε από τη σκέψη μας, ονειρευόμαστε ότι το αναπόφευκτο, τουλάχιστον, θα αργήσει να έλθει, θα προλάβουμε να χαρούμε τη ζωή όσο γίνεται περισσότερο, ή κατασκευάζουμε παραμύθια αθανασίας, θεούς και ημίθεους που ξέφυγαν, ανθρώπους που αναμετρήθηκαν θαρραλέα μαζί του, αν θυμηθούμε την κινηματογραφική ταινία του Μπέργκμαν « Η 7η σφραγίδα».

Ο θάνατος ,διωγμένος από τη συνείδησή μας, μας αιφνιδιάζει, ματώνει τη ζωή μας εκδικητικά, μόνο και μόνο γιατί τον αγνοούμε, αρνούμαστε τα σημάδια του, την αρρώστια, την ηλικία, τις θανατηφόρες συνήθειες.

Χάνοντας δικούς μας ανθρώπους, πεθαίνει ένα μέρος της ιστορίας μας, για πάντα: Ποτέ πια δεν θα έχω το χάδι της μητέρας μου, τις παραινέσεις και την γκρίνια του πατέρα μου, επειδή δεν προσέχω την υγεία μου, δεν κάνω το σωστό. Είμαι πια μόνος και ολοκληρωτικά υπεύθυνος για τον τρόπο και το υπόλοιπο της ζωής μου, χωρίς αυτούς.

Μπερδεμένα τα συναισθήματα, είναι σχεδόν αδύνατον , σε κάθε στιγμή του πόνου, να καταγραφούν οι αποχρώσεις τους. Μόνο ο θυμός και η απόγνωση βρίσκονται στο συνειδητό μας και είναι πολύ δύσκολο να επεξεργαστούμε τα συναισθήματα του κενού, την αμηχανία, την παράλυση που μας διαλύει, την επιθυμία να ζήσουμε και να πεθάνουμε ταυτόχρονα.

Το πένθος και ο θρήνος της απώλειας είναι μια μορφή, ίσως η χειρότερη, εξορίας. Διωγμένοι από τα σχέδια ζωής, τα όνειρα και τις επιθυμίες, μένουμε καρφωμένοι στα ερείπια του παρελθόντος, ακινητοποιημένοι σε ό,τι έχει να κάνει με δράση και αισιοδοξία. Και η εξορία είναι χειρότερη, αν προηγείται χρόνια αρρώστια, μας κόβει την ανάσα η κατιούσα εξέλιξη, μας απορροφά κάθε σταγόνα ενέργειας η αδυναμία να καθυστερήσουμε ή να ανακόψουμε την πορεία της προς το τέλος.

Η έξοδος από το πένθος και τον θρήνο δεν γεμίζει το κενό: Σημαδεμένοι από το βίωμα, απλά απαλύνεται η αίσθησή του, όπως θα κοιτάζαμε το σημάδι μιας μεγάλης και σοβαρής εγχείρισης στο σώμα μας: Δεν υπάρχει πια η πληγή αλλά το βίωμα είναι ανεξίτηλο. Θα χρειαστούμε χρόνο για να πάρουμε απόσταση, να ευθυγραμμιστούμε ξανά με τη ζωή.

Ο θάνατος δεν μοιράζεται. Οσο κι αν συγγενείς και φίλοι είναι δίπλα μας, κανείς ποτέ δεν μπορεί να βουτήξει στα τρίσβαθα της ψυχής μας και να μας βγάλει στην επιφάνεια εκείνες τις προσωπικές συναισθηματικές πτυχές, διαφορετικές για τον καθένα μας. Αυτό το έλλειμμα, αυτή η αδυναμία μοιρασιάς μας φέρνει μπροστά στο άλλο μεγάλο ζήτημα της ανθρώπινης ύπαρξης: Η μοναχικότητα εμφανίζεται συνοδός του πόνου, κανείς δεν μπορεί να μας κατανοήσει, όσο κι αν θέλει, αβοήθητοι, απαρηγόρητοι, ένοχοι γιατί τα τρυφερά τους λόγια δεν βρίσκουν την ανταπόκριση που περιμένουν.

Οι επόμενες μέρες του θανάτου είναι ένα δεύτερο τυφλό χτύπημα: Μια κατοικία που τίποτε δεν θυμίζει το συγκλονιστικό γεγονός που προηγήθηκε. Ολα στη θέση τους, τα προσωπικά αντικείμενα δεν εξαφανίζονται, βρίσκονται εκεί, να μας θυμίζουν στιγμές και ώρες αμέτρητες, γεμάτες χαρές και καβγάδες. Αβάσταχτη η αίσθηση ότι όλα αυτά έγιναν με μιας άχρηστα γι αυτόν και θα χρειαστεί και πάλι η δική μας φροντίδα- μεγάλα αποθέματα ενέργειας που δεν υπάρχουν- για να δοθούν σε κάποιους άλλους, που τα χρειάζονται.